Home > Term: προαιρετικός συμμετέχων
προαιρετικός συμμετέχων
Ένα πρόσωπο το οποίο δεν απαιτείται να παραστεί σε συνεδρίαση.
- Part of Speech: noun
- Industry/Domain: Software
- Category: Operating systems
- Company: Microsoft
0
Creator
- Christos
- 100% positive feedback