Home > Term: ενωτικό
ενωτικό
‐ Χαρακτήρα, που χρησιμοποιείται για να σπάσει μια λέξη μεταξύ συλλαβές στο τέλος μιας γραμμής ή να διαχωρίσετε τα μέρη μιας σύνθετης λέξης.
- Part of Speech: noun
- Industry/Domain: Software
- Category: Operating systems
- Company: Microsoft
0
Creator
- Christos
- 100% positive feedback