Home > Term: πλήρης πρόσβαση
πλήρης πρόσβαση
Ένα προνόμιο σε ένα υπολογιστικό σύστημα που επιτρέπει στον χρήστη να διαβάσει, να γράψει και να διαγράψει δεδομένα.
- Part of Speech: noun
- Industry/Domain: Computer
- Category: Operating systems
- Company: Microsoft
0
Creator
- pkatseas
- 100% positive feedback
(Greece)