Home > Term: ικανότητα
ικανότητα
Η ικανότητα ενός πόρου να παράγει ένα ποσό απόδοσης σε ένα συγκεκριμένο χρονικό διάστημα.
- Part of Speech: noun
- Industry/Domain: Software
- Category: CRM applications
- Company: Microsoft
0
Creator
- pkatseas
- 100% positive feedback
(Greece)