Home > Term: παραλείπω
παραλείπω
Κατά την εκτέλεση μιας λειτουργίας για πάνω από μια ομάδα στοιχείων, ώστε να αφήσουν ανέπαφο ένα στοιχείο, επειδή αυτό δεν μπορούν να επιτελεσθούν οφείλεται σε ορισμένες ή άλλο λόγο. Π.χ. όταν αντιγραφή μιας ομάδας αρχείων, τα αρχεία, σήμερα άνοιξε για τη γραφή δεν θα αντιγραφούν.
- Part of Speech: noun
- Industry/Domain: Software
- Category: Operating systems
- Company: Microsoft
0
Creator
- Christos
- 100% positive feedback